Το μέγιστο επιτρεπόμενο όριο των ντεσιμπέλ έθεσαν στον υπουργό Προστασίας του Πολίτη Ν. Μηταράκη η ΓΣΕΒΕΕ και η ΠΟΕΣΕ

Μουσική, πάρτι, ντεσιμπέλ
Πλέον με τον νέο Ποινικό Κώδικα που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου του 2019 μετατράπηκαν ξανά οι εν λόγω παραβάσεις της υγειονομικής νομοθεσίας σε πλημμέλημα.
Τον «εξορθολογισμό του ευρύτερου ρυθμιστικού πλαισίου» σχετικά με τους θορύβους των κέντρων διασκέδασης και των λοιπών καταστημάτων και το μέγιστο επιτρεπόμενο όριο των ντεσιμπέλ έθεσε στον υπουργό Προστασίας του Πολίτη Νότη Μηταράκη η Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών και Εμπόρων Ελλάδας.

Σε πρόσφατη συνάντηση του προέδρου της ΓΣΕΒΕΕ Γιώργου Καββαθά με τον υπουργό, όπως αναφέρει σημερινή ανακοίνωση της συνομοσπονδίας, συζητήθηκαν τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ιδιαίτερα ο κλάδος της εστίασης και άπτονται των αρμοδιοτήτων του υπουργείου, όπως το ζήτημα των μέτρων προστασίας από θορύβους μουσικής των κέντρων διασκέδασης και των λοιπών καταστημάτων και την αλλαγή του ΠΔ 180/1979 για την σφράγιση των καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος.

Ο κ. Καββαθάς, συνοδευόμενος και από στελέχη της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εστιατορικών και Συναφών Επαγγελμάτων (ΠΟΕΣΕ) παρουσίασε στον υπουργό τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κλάδος της εστίασης ο οποίος αποτελεί νευραλγικό κομμάτι της ελληνικής οικονομίας «δεδομένου, όπως σημείωσε, ότι συγκεντρώνει 80.635 επιχειρήσεις και ένα κύκλο εργασιών σχεδόν 7 δις, ενώ απασχολεί περισσότερους από 470.000 εργαζόμενους και συνδέεται οργανικά με τομείς-κλειδιά για την ελληνική οικονομία όπως ο τουρισμός και η αγροδιατροφή, γεγονός που δημιουργεί τη βάση ενός ισχυρού ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος, τόσο σε επίπεδο αστικών κέντρων, όσο και στην περιφέρεια».

Όπως ανέφερε ο πρόεδρος καταθέτοντας σχετικό υπόμνημα : «Η περίοδος των πολλαπλών κρίσεων των τελευταίων ετών σε συνδυασμό με τα βάρη που κουβαλούσαν οι επιχειρήσεις του κλάδου από τη μνημονιακή περίοδο είχε σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις ιδίως για τις μικρότερες επιχειρήσεις. Μεσομακροπρόθεσμα, οι προοπτικές, εξαρτώνται από την επίλυση ενός σημαντικού μέρους των ζητημάτων που κατ΄ επανάληψη θέτουμε προς την Πολιτεία».

Στο υπόμνημα αναλύεται -μεταξύ άλλων- η ανάγκη εξορθολογισμού του ευρύτερου ρυθμιστικού πλαισίου και ειδικότερα σε σχέση με τις αρμοδιότητες του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη.

Όπως σημειώνεται «ένα ζήτημα που δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στην λειτουργία των επιχειρήσεων του κλάδου αφορά την ισχύουσα Υπουργική Απόφαση Α5/1985 (ΥΑ Α5/3010 ΦΕΚ Β/593/1985) στην οποία ορίζονται «Μέτρα προστασίας από θορύβους μουσικής των κέντρων διασκέδασης και των λοιπών καταστημάτων. Στην εν λόγω υπουργική απόφαση, πέραν των διαφόρων υποπεριπτώσεων, ορίζεται το μέγιστο επιτρεπόμενο όριο των ντεσιμπέλ, που είναι 100 για τα κέντρα διασκέδασης και 80 για όλα τα άλλα. Υπενθυμίζεται ότι τον Δεκέμβριο του 2010 ψηφίστηκε νόμος, που με σκοπό την αποσυμφόρηση των δικαστηρίων μετέτρεψε όλες τις παραβάσεις της Υγειονομικής Νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένης της ρύπανσης και της υπέρβασης των ντεσιμπέλ, σε πταισματικές. Επομένως δεν ακολουθούνταν η αυτόφωρη διαδικασία. Πλέον με τον νέο Ποινικό Κώδικα που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου του 2019 μετατράπηκαν ξανά οι εν λόγω παραβάσεις της υγειονομικής νομοθεσίας σε πλημμέλημα. Αυτό σημαίνει ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος και χρηματική ποινή τουλάχιστον 5.000 ευρώ ενώ προβλέπεται και η σφράγιση του καταστήματος για χρονικό διάστημα δέκα ημερών, αν βεβαιώνονται από αστυνομικούς συνολικά, εντός έτους, τρεις παραβάσεις».

Όπως τονίστηκε στον υπουργό «είναι ατυχές και προφανώς άδικο ότι επιβάλλονται οι ως άνω εξοντωτικές ποινές για επιχειρηματίες που στο κατάστημά τους υπερέβησαν τη μέτρηση ακόμα και για 1 db και οι επιχειρηματίες του κλάδου της εστίασης, οι οποίοι προσφέρουν περισσότερο από το 11% της συνολικής απασχόλησης στην Ελλάδα, αντιμετωπίζονται από την κράτος ως κοινοί εγκληματίες. Στο πλαίσιο αυτό θεωρούμε ότι θα πρέπει η πολιτεία να αποφασίσει εάν θα στηρίξει τον δεύτερο μεγαλύτερο κλάδο της ελληνικής οικονομίας τόσο σε αριθμό επιχειρήσεων, όσο και σε αριθμό εργαζομένων, εκσυγχρονίζοντας την σχετική νομοθεσία και τις κυρώσεις που προβλέπει. Ευελπιστούμε σε ένα γόνιμο διάλογο που να δώσει το συντομότερο δυνατό βιώσιμη λύση στα προβλήματα που δημιουργεί η υφιστάμενη νομοθεσία, που η βάση της είναι το μακρινό 1979».

Κοινοποίηση:

Διαβάστε ακόμα: