Πέμπτη

18 Απριλίου 2024

Σε δύο τετράδια γραμμένα και καλά φυλαγμένα τα στιχουργήματα του παππού Ρόδιου, τα οποία παρουσίασε η κα Σπηλιώτη στο «Θεατρείον»

O Nίκος Ρόδιος γεννήθηκε το 1867 στην Κύθνο και το 1900 εγκαταστάθηκε στη Σκόπελο
O Nίκος Ρόδιος γεννήθηκε το 1867 στην Κύθνο και το 1900 εγκαταστάθηκε στη Σκόπελο. Απεβίωσε το 1945.
Τα στιχουργήματα του παππού Ρόδιου (1867 - 1945) από την άποψη της τεχνικής ως επί το πλείστον είναι γραμμένα στο μέτρο της δημοτικής ποιήσεως, στον ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο. Άλλες φορές αποτελούνται από δίστιχες δεκαπεντασύλλαβες στροφές που ομοιοκαταληκτούν και άλλες φορές σπάνε τα δίστιχα δεκαπεντασύλλαβα σε τετράστιχα αποτελούμενα από οκτασύλλαβους και επτασύλλαβους στίχους που ομοιοκαταληκτούν στον δεύτερο και τέταρτο στίχο.

Στο «Θεατρείο», στην τιμητική εκδήλωση που διοργάνωσε η Ε.Θ.Ο.Σ. «Τάκης Μόσχος» το Σάββατο 21 Ιανουαρίου, μιλήσε και η φιλόλογος κα Ελένη Σπηλιώτη για τον παππού Νικόλαο Ρόδιο, όχι όμως για τον πρωτομάστορα αγγειοπλάστη, που έζησε και δημιούργησε στη Σκόπελο και που την έκανε γνωστή στο πανελλήνιο αλλά και διεθνώς, αλλά για τα ποιήματα που έγραψε σε δύο τετράδια, τα οποία φύλαξε μέχρι σήμερα ο εγγονός Νίκος Ρόδιος.

 

Για τα στιχουργήματα του παππού Ρόδιου η κα Ελένη Σπηλιώτη είπε:

«Θα ήθελα πριν ξεκινήσω να ευχαριστήσω την ΕΘΟΣ για την τιμή που μου έκανε να μου αναθέσει να μιλήσω για ένα τόσο σημαντικό άνθρωπο, τον παππού Νίκο Ρόδιο, που έζησε και δημιούργησε στη Σκόπελο και που την έκανε γνωστή στο πανελλήνιο αλλά και διεθνώς. Μα πάνω από όλους ευχαριστώ τον κ. Νίκο τον Ρόδιο, τον εγγονό, ο οποίος την άνοιξη του 2020 μου εμπιστεύθηκε τα ποιητικά γυμνάσματα του παππού του. Δεν σας κρύβω ότι εντυπωσιάστηκα, όταν έπιασα το ένα από τα δύο τετράδια στα χέρια μου. Μια απλή ανάγνωση ακροθιγώς έκανα τότε και δεν μπορώ να πω ότι εντρύφησα στις ποιητικές ικανότητες του παππού Νίκου Ρόδιου. Αυτό που με εντυπωσίασε ήταν οι άνθρωποι στους οποίους ήταν αφιερωμένα αρκετά ποιήματα. Έψαξα τότε και βρήκα τα βιογραφικά στοιχεία μερικών από αυτούς και αφού τα τύπωσα τα έδωσα στον εγγονό Νίκο Ρόδιο και του υποσχέθηκα ότι στο μέλλον θα ασχοληθώ και με το περιεχόμενο του τετραδίου, δηλαδή τα ποιήματα. Και να που ήρθε αυτή η ώρα με τη μεσολάβηση της Μάρως της Βουδούρογλου την οποία κι ευχαριστώ.

Η φιλόλογος κα Ελένη Σπηλιώτη μίλησε για τον παππού Νικόλαο Ρόδιο

Πριν σας μιλήσω για τα ποιήματα του Ρόδιου θα ήθελα να σας πω μερικά λόγια για την λαϊκή ποίηση στην οποία κατατάσσονται. Στο πέρασμα του χρόνου οι άνθρωποι, όπως όλοι γνωρίζουμε, πρώτα εκφράστηκαν έμμετρα και αργότερα στον πεζό λόγο, ξεκινώντας από το βαβυλωνιακό έπος του Γκιλγκαμές και το ινδικό Μαχαμπαράτα ως τα έπη του Ομήρου. Οι άνθρωποι ανά τους αιώνες μέσω της δημώδους ποίησης εξέφραζαν τα συναισθήματα, τις σκέψεις τους και ιστορικά γεγονότα που τους συγκλόνισαν.

Η Σκόπελος δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση σε αυτό το φαινόμενο μια και στο παρελθόν αρκετοί άνθρωποι έγραφαν στιχάκια. Η κ. Μαρία Δελήτσικου-Παπαχρίστου στον πρόλογου του βιβλίου της «Σκοπέλου λάλον ύδωρ» γράφει: «Οι γυναίκες του νησιού αρέσκονται να εκφράζονται με δίστιχα. Με αυτά διατύπωναν τις ευχές τους, εξέφραζαν τη χαρά τους, μοιρολογούσαν τους αγαπημένους τους, τραγουδούσαν τους καημούς της ξενιτιάς, άνοιγαν τον κλείδωνα, νανούριζαν τα παιδιά τους, εξέφραζαν τον ερωτά τους, και τον σαρκασμό τους». Πολλά τέτοια δίστιχα αλλά και πολύστιχα ποιήματα περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Αδαμάντιου Σάμψων «Σκοπέλου Λαϊκός πολιτισμός». Οι λαϊκοί δημιουργοί τα επικοινωνούσαν γιʼ αυτό και περνούσαν από στόμα σε στόμα και ο δημιουργός ξεχνιόταν. Οι άνθρωποι, όχι μόνο στη Σκόπελο, συνήθιζαν να εξασκούνται στη σύνθεση στίχων που μέχρι πριν κάμποσες δεκαετίες κατέγραφαν στα λευκώματα. Το ένα μάλιστα τετράδιο του Ρόδιου έχει τον τίτλο Λεύκωμα. Σε κάποια μέρη της Ελλάδας και σήμερα εκφράζονται με στίχους, όπως στην Κρήτη με τις μαντινάδες.

Η σημερινή εκδήλωση μπορεί να αποτελέσει την αφορμή να εμφανιστούν και άλλα τετράδια Σκοπελιτών με ποιήματα. Γνωρίζω ότι και ο Ιωάννης Δελήτσικος, γνωστός ως Τσιλιμπάνης, έχει αφήσει μια συλλογή ποιημάτων καταγεγραμμένα σε τετράδιο. Υπάρχουν άνθρωποι σήμερα που γράφουν ποιήματα με τέτοια χαρακτηριστικά αλλά δεν επικοινωνούνται πια, μια και λόγω της ανάπτυξης της τεχνολογίας, ο κοινωνικός ιστός έχει διαρραγεί και οι κοινωνικές σχέσεις έχουν χαλαρώσει. Έτσι οι στίχοι τους δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως λαϊκή ποίηση. Είναι περισσότερο προσωπική έκφραση, δεν ικανοποιεί κοινωνικές ανάγκες.

Τα στιχουργήματα του παππού Ρόδιου έχουν αυτά τα χαρακτηριστικά. Από την άποψη της τεχνικής ως επί το πλείστον είναι γραμμένα στο μέτρο της δημοτικής ποιήσεως, στον ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο. Άλλες φορές αποτελούνται από δίστιχες δεκαπεντασύλλαβες στροφές που ομοιοκαταληκτούν και άλλες φορές σπάνε τα δίστιχα δεκαπεντασύλλαβα σε τετράστιχα αποτελούμενα από οκτασύλλαβους και επτασύλλαβους στίχους που ομοιοκαταληκτούν στον δεύτερο και τέταρτο στίχο.

Είναι γραμμένα σε δύο τετράδια, το ένα μικρού μεγέθους και αποτελείται από 94 φύλλα και το άλλο μεγάλου μεγέθους, έχει τον τίτλο Λεύκωμα και αποτελείται από 59 σελίδες. Τα ποιήματα τα αντέγραψε από διάφορα χαρτάκια, που ο ποιητής είχε διάσπαρτα, ο Σπ. Σούκερας, ο οποίος ήταν αστυνομικός στη Σκόπελο τη δεκαετία του 1930 και ο Β. Κ. Νικολακόπουλος για τον οποίο δεν γνωρίζουμε άλλα στοιχεία. Πάντως από τα τετράδια φαίνεται ότι ο Ρόδιος τον δεύτερο τον αντιμετώπιζε σαν παιδί του. Στην τελευταία σελίδα του πρώτου τετραδίου ο Νικολακόπουλος γράφει τα εξής:

«Στο φίλο μου κ. Ν. Ρόδιο
Αν και δεν έχω κανένα ποιητικό ταλέντο, και η μόρφωσίς μου είνε ατελής, εν τούτοις με τας ολίγας γνώσεις που έχω κατόρθωσα να βάλλω σε κάποια τάξι τους ωραίους σου στοίχους που μια μέρα θα φέρουν το όνομά σου στα χείλη πολλών ανθρώπων, και θα σε κατατάξουν μεταξύ των γιγάντων της Τέχνης και της ποιήσεως, γιατί φαντάζομαι ότι πολλοί λίγοι έγραψαν με τόση θέρμην και πάθος εκείνο που νοιώθουν μέσα στην ψυχή και το πνεύμα τους. Σκόπελος τη 23/3/1938.»

Τα ποιήματα από τη άποψη της θεματολογίας θα μπορούσαμε να τα κατατάξουμε σε μερικές κατηγορίες. Πρώτον, για την πατρίδα του την Κύθνο. Σε αρκετά από αυτά νοσταλγεί τον τόπο που γεννήθηκε, αναπολεί το πατρικό του σπίτι, τη μάνα του, περιδιαβαίνει με τη φαντασία του τοποθεσίες του νησιού του και πολύ συχνά εκφράζει την επιθυμία του να ταφεί στα χώματά του. Ένα ποίημα με τέτοιο περιεχόμενο είναι το παρακάτω. Έχει τον τίτλο:

Νοσταλγία Στην πατρίδα μου Κύθνο
Μάνα γλυκειά πατρίδα μου
θαλασσοφιλημένη
στʼ αφροθαλάσια σου κύματα
κοιμάσαι δοξασμένη.
Και οι μυρωμένοι σου ἄνεμοι
πού εἶνʼ ανακατεμένοι
καθʼ ένας με τη χάρη του
κάτι καλό μας φέρνει.
Τά χελιδώνια πʼ έρχονται
στʼ ωραίο μας νησάκι
φέρνουν απʼ τη Γερουσαλήμ
όλα απʼ ένα ανθάκι.
Γιʼ αυτό μη μας καταφιλής
θάλασσα το νησί μας
θαρρείς με την αλμύρα σου
πώς φθείρης τη ζωή μας;
αλλʼ είναι μαύροι οι βράχοι σου
κι έχουν μεγάλη χάρη
δεν θα μπορέσεις θάλασσα
ποτέ για να το πάρης
στο μάκρος και στο πλάτος του
μεσʼ το παρθένο χώμα
εκεί γεννήθηκα κʼ εγώ
στο μητρικό μου στρώμα.
Και πόσο πάλι νοσταλγώ
εκεί για να γυρείσω
εις το μικρό μου το χωριό
εκεί να ξεψυχίσω.

Άλλη κατηγορία είναι τα ερωτικά. Σε αυτά κυριαρχεί ο λυρισμός, δηλαδή η έκφραση έντονων συναισθημάτων με υπερβολικές εκφράσεις. Αυτά είναι χαρακτηριστικά μιας εποχής που οι σχέσεις των δυο φύλων καθορίζονταν από αυστηρούς κανόνες και ήθελαν την γυναίκα θήραμα και τον άντρα κυνηγό. Στόχο λοιπόν είχαν να συγκινήσουν τη γυναίκα η οποία αποτελεί το αντικείμενο του πόθου. Κάποιες φορές πάλι μέσα στους στίχους βγαίνει και γινάτι για τις δυσκολίες που δημιουργεί στον κυνηγό το αντικείμενο του πόθου του.
Ο Ρόδιος παρότι είναι άνθρωπος που οι εγκύκλιες γνώσεις του περιορίζονται σε αυτές της Τρίτης δημοτικού, έχει πολλές γνώσεις που τις απόκτησε από προσωπικό ενδιαφέρον μέσα από δικά του διαβάσματα, ταξίδια αλλά και γνωριμίες με εξέχουσες προσωπικότητες της εποχής. Εμφορείται από συναισθήματα αγνού πατριωτισμού, θαυμασμού για την αρχαιότητα και σεβασμού για τη θρησκεία και την παράδοση. Έτσι μια τρίτη κατηγορία ποιημάτων του έχει τέτοιο περιεχόμενο. Μέσα από τα συγκεκριμένα ποιήματα φαίνονται οι γνώσεις του για πολλά θέματα που άπτονται της ζωγραφικής, ενδεικτικά αναφέρω τον Γκίζη και τον Λύτρα, της ποίησης με αναφορές στον Δροσίνη και τον Πολέμη, της αρχαίας ιστορίας και λογοτεχνίας με αναφορές στον Όμηρο, τον Περικλή και την Ασπασία, της θρησκείας με αναφορές στα ιερά κείμενα και πολλές άλλες πληροφορίες αντίστοιχου περιεχομένου. Σας διαβάζω ένα δείγμα:

Τρεις πόλεις εις τον κόσμον αυτόν
έχουν αθανασία
πρώτʼ εινʼ η Ιερουσαλήμ
ανέσπερος αγία.

Εξήλθε νομοθέτημα
λόγος και εγεννήθη
ετάφη ο Σωτήρ ημων
κιʼ έπειτα ανεστήθη.

Δευτέρα αι Αθήναι μας
η μήτηρ της Σοφίας
κοιτίς τεχνών καί επιστημών
και μεγαλοφυίας.

Τρίτη είνʼ η Ρώμη η πατρίς
Νόμων και λεγεώνων
που εξηπλώθη Αετός
Ρωμαϊκός στον κόσμον.

Μια τέταρτη κατηγορία των ποιημάτων έχουν θυμοσοφικό χαρακτήρα. Με λαϊκό τρόπο τοποθετείται σε θέματα που απασχολούν τους ανθρώπους, όπως η φιλία, η έχθρα, η δόξα, η αρετή, η φιλανθρωπία, η εντιμότητα, η αγάπη, το χρήμα, η αχαριστία, η ματαιότητα των ανθρώπινων κατακτήσεων, ο θάνατος.
Η φύση κυριαρχεί στους στίχους του, ουρανός, σύννεφα, ποτάμια, βουνά, φυτικό και ζωικό βασίλειο. Τα πουλιά και ιδιαίτερα το αηδόνι και ο αετός, με τους συμβολισμούς τους, τα λουλούδια με έμφαση στο κρίνο και το ρόδο με το οποίο κάνει λογοπαίγνιο με το όνομά του συναντώνται συχνά στα ποήματά του.
Η θάλασσα δεν θα μπορούσε να λείπει από τα λόγια ενός ανθρώπου στου οποίου τη ζωή παίζει σημαντικό ρόλο. Σε νησί γεννήθηκε, στην Κύθνο, μέσω της θάλασσας ταξίδευσε σε πολλά μέρη του κόσμου που στην πλειοψηφία τους ήταν παραθαλάσσια, σε νησί, τη Σκόπελο, πέρασε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του. Οι καημοί της τον συγκινούν και γράφει:

Θέλω εγώ, η θάλασσα, νάμαι όλο γαλήνη
κι όσοι με ταξιδεύουνε να χαίρονται κι εκείνοι
μα δεν μʼ αφήνουν οι άνεμοι θέλουν να με ταράζουν
γιαυτό βαθειά στα στήθεια μου τα σπλάχνα μου όλο βράζουν.
Αναστενάζουν οι νεκροί οι θαλασσοπνιγμένοι
στα κύματα μεσʼ τους αφρούς έχουν σκιά κρυμένη
όλοι αυτοί οι στεναγμοί που βγαίνουν απʼ το βάθος
είνε γιατί έγινε σʼ αυτούς η θάλασσα ο τάφος.
Χωρίς τραγούδια νεκρικά, χωρίς παπά, τι κρίμα
αυτή η νεκροθάλασσα τους έκαμε το μνήμα.
Εσείς που ταξιδεύεται ρίχτε να προσκυνήσουν
ένα σταυρό στη θάλασσα όλοι να τον φιλήσουν
γιατί εκεί πολύ βαθειά είνε τρανό σκοτάδι
Τα κόκαλα όλα βογγούν στης θάλασσας τον άδη
Ήλιε της αχτίνες σου ρίξε να τους θερμάνης
με τη μεγάλη έλξι σου βγάλτους σʼ ένα λιμάνι.

Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του είναι ποιήματα αφιερωμένα σε άτομα με τα οποία έχει φιλικούς δεσμούς ο καλλιτέχνης. Κάποιες φορές τους προσφωνεί και μέσω των στίχων του τους εύχεται. Μέσα στα τετράδια υπάρχουν σε στίχους και οι απαντήσεις αυτών στους οποίους τα αφιερώνει, συνήθεια προσφιλής και άλλων Σκοπελιτών. Αφιερώνει ποιήματα στη μάνα του, στα αδέλφια του, στην κόρη του, στην ανιψιά του αλλά και σε πολλούς Σκοπελίτες: Στους υιούς Αστεριάδη, στον Κώστα Μωραΐτη, στον Δημητριάδη, στον Μίμη Βαλσαμάκη και σε άλλους στους οποίους αναφέρεται με τα μικρά τους ονόματα και έτσι δεν μπορούμε να ταυτοποιήσουμε τα πρόσωπα.

Εξαιρετικά ενδιαφέροντα είναι τα ποιήματα τα αφιερωμένα σε σημαντικές προσωπικότητες της εποχής. Δεν θα σταθώ τόσο στην ποιητική αξία των στίχων, όσο στο πόσες πληροφορίες μέσα από αυτά αντλούμε για τη ζωή του καλλιτέχνη αλλά και για την κατάσταση που επικρατούσε στη Σκόπελο αλλά και την Ελλάδα γενικότερα. Ο Ρόδιος στις αρχές του 20αι. άρχισε να γίνεται γνωστός στον ελλαδικό χώρο αλλά και στην Ευρώπη. Όπως ακούσατε και στο βιογραφικό του το οποίο σας διάβασε ο κ. Μπαλαμπάνης πήρε αργυρό βραβείο για την τέχνη του της αγγειοπλαστικής το 1907 στο Μπορντώ της Γαλλίας και στη συνέχεια χρυσά διεθνή βραβεία σε διάφορες χώρες του κόσμου. Η συμμετοχή αλλά και βράβευσή του σε αυτές τις διεθνείς διοργανώσεις τον έκαναν δημοφιλή. Σε αυτό συνέβαλαν και οι πολιτικοί εξόριστοι στη Σκόπελο. Το 1918-1919 στο νησί εκτοπίστηκαν τα περισσότερα μέλη των φιλοβασιλικών κυβερνήσεων, όλοι άτομα που ανήκαν στην ανώτερη κοινωνική τάξη. Αυτοί εκτιμούσαν λόγω της παιδείας τους την τέχνη του Ρόδιου αλλά και τον ίδιο και ένα από τα στέκια τους κατά την παραμονή τους στο νησί ήταν το εργαστήριό του. Τον αναφέρουν στις αναμνήσεις τους από την εξορία. Ο εγγονός του, και συνονόματός του Νίκος Ρόδιος, με έχει πληροφορήσει ότι για να αποκτήσουν τις μινιατούρες του παππού του πλήρωναν τρεις λίρες χρυσές για την κάθε μία. Η αναγνώριση της τέχνης του επήλθε και μέσω των Δελφικών εορτών.

Οι Δελφικές Εορτές ήταν μια σειρά από ποικίλες εκδηλώσεις στο Αρχαίο Θέατρο των Δελφών οι οποίες διοργανώθηκαν το 1927 και το 1930 από τον ποιητή Άγγελο Σικελιανό και την Αμερικανίδα σύζυγό του Εύα Πάλμερ. Οι γιορτές αυτές έδωσαν μεγάλη ώθηση στον σχεδόν ανύπαρκτο εκείνη την περίοδο τουρισμό και τη διάδοση της λαϊκής τέχνης στο εσωτερικό και το εξωτερικό. Ο Νίκος Ρόδιος που πήρε μέρος σε αυτές τις γιορτές γνώρισε σημαντικές προσωπικότητες της τέχνης και της πολιτικής για τους οποίους εμπνεύστηκε στίχους και τους τούς αφιέρωσε. Έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον η οξυδέρκεια του καλλιτέχνη και η παρατηρητικότητά του. Οι στίχοι αυτοί αναφέρουν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των ατόμων στους οποίους είναι αφιερωμένα.

Αδιάψευστοι μάρτυρες του πόσο δημοφιλής είναι ο καλλιτέχνης είναι τα ονόματα αυτών προς τιμή των οποίων έγραψε τους στίχους. Ποιήματα έχει αφιερώσει στην Εύα Πάλμερ-Σικελιανού η οποία ήταν Αμερικανίδα μελετήτρια του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, χορογράφος και ιστορικός του χορού, με αξιοσημείωτο έργο στην προαγωγή του ελληνικού χορού, θεάτρου, μουσικής καθώς και της υφαντικής τέχνης, στην Αλίκη Διπλαράκου η οποία ήταν Μις Ελλάς και η πρώτη Ελληνίδα Μις Ευρώπη το 1930. Ήλθε 2η στον διαγωνισμό Μις Κόσμος του Ρίο ντε Ζανέιρο το ίδιο έτος. Στα ρεπορτάζ της εποχής την περιέγραφαν σαν μια θρυλική θεά. Στις Δελφικές γιορτές του 1930 ο Άγγελος Σικελιανός την επέλεξε για τον ρόλο της Ωκεανίδας στην τραγωδία με τον τίτλο Προμηθέας. Τη δεκαετία του ʼ30 έγινε και πάλι πρωτοσέλιδο, όταν ντυμένη άνδρας παραβίασε το άβατο του Αγίου Όρους για να γνωρίσει την απαγορευμένη για τις γυναίκες Αθωνική Πολιτεία. Στην Αγγελική Χατζημιχάλη η οποία ήταν σημαντική Ελληνίδα λαογράφος και συγγραφέας. Έμεινε γνωστή κυρίως για τις μελέτες της πάνω στην ελληνική λαϊκή τέχνη και παράδοση και για τις προσπάθειές της να διατηρηθεί η ελληνική πολιτιστική κληρονομιά. Με αυτή οι σχέσεις της οικογένειας του Ρόδιου διατηρήθηκαν μέχρι το θάνατό της. Στην Άννα Μελά-Παπαδοπούλου η οποία ήταν αδελφή του Παύλου Μελά και έμεινε γνωστή ως η Μάνα του στρατού για την δράση της ως νοσοκόμα στους βαλκανικούς πολέμους και στη συνέχεια στην Μικρασιατική εκστρατεία. Ο εγγονός Νίκος Ρόδιος έχει στην κατοχή του δύο φωτογραφίες με τον παππού του και την Άννα Μελά-Παπαδοπούλου, ντυμένη με τη στολή της νοσοκόμας, που ποζάρουν κάτω από το βράχο της παραλίας Σκοπέλου το 1932. Σας διαβάζω το ένα από τα δύο ποιήματα που της έχει αφιερώσει και σκιαγραφεί το χαρακτήρα της και το έργο της.

Ποια είναι εκείνη που κάθε μέρα
όπου στα δάκρυα και στην οδύνη
τους ρίχνη βάλσαμο μεσʼ την καρδιά τους
και σʼ όλους δίνη τη γαλήνη

Είναι η Άννα Παπαδοπούλου
η μάνα όλου του στρατού μας
μʼ αυτήν την ιερά μας Δάφνη
την περιέβαλʼ η Πατρίς μας
Διʼ ιδίας δαπάνης
ίδρυσε νοσοκομείο
με τους πάσχοντες συμπάσχει
μέσα στο φθισιατρείο
Όπου αρετή υπάρχη
είνε και η φιλανθρωπία
ο θρίαμβός πάντα θʼ άρχη
εις της ζωής τα μεγαλεία
Όλοι αυτοί οι πονεμένοι
σε σας θα τρέφουνε ευγνωμοσύνη
πέραν του τάφου είνʼ τʼ ανέσπερον
αιώνια για σας θανάβη το καντήλι

Αναφέρω και κάποιους άνδρες επωνύμους στους οποίους αφιερώνει στίχους. Είναι ο Γεώργιος Κονδύλης, ο οποίος ήταν Έλληνας στρατιωτικός και πολιτικός, δύο φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας μετά από δύο πραξικοπήματα, αντιβασιλέας, πολλές φορές βουλευτής και υπουργός. Ο Κωνσταντίνος Ζαβιτσάνος ο οποίος ήταν Έλληνας δικηγόρος και πολιτικός. Εξελέγη βουλευτής και αριστίνδην γερουσιαστής. Ο Φίλιππος Δραγούμης ο οποίος ήταν γιος του πρωθυπουργού Στέφανου Δραγούμη και αδελφός του Ίωνα Δραγούμη, πολιτικός και νομικός. Διετέλεσε βουλευτής και υπουργός. Ο Λεωνίδας Παρασκευόπουλος ο οποίος ήταν Έλληνας αντιστράτηγος και γερουσιαστής. Είχε γεννηθεί στην Κύθνο. Ο Σπυρίδων Πάτσης ο οποίος ήταν Έλληνας δικηγόρος, πολιτευτής και δήμαρχος Αθηναίων. Ο Μιχαήλ Βολονάκης καθηγητής πανεπιστημίου, ο Μιχαήλ Αργυρόπουλος δικηγόρος, πολιτικός και ποιητής. Ο Γεώργιος Ζαλοκώστας, γιος του υπουργού εξωτερικών φιλοβασιλκών κυβερνήσεων Ευγένιου Ζαλοκώστα, διπλωματικός υπάλληλος, εξόριστος μαζί με τον πατέρα του στη Σκόπελο το 1918-19. Δεν θέλω να σας κουράσω με άλλα ονόματα γιατί πραγματικά είναι ακόμα πολλά. Για κάποια από αυτά έχω βρει βιογραφικά στοιχεία και για κάποιους όχι. Ενδιαφέρον έχει κι ένα ποίημα που έχει αφιερώσει στον Ρόδιο ο νεαρός τότε ηθοποιός Πάρης Πάπης, τον οποίο οι περισσότεροι έχουμε δει σε ελληνικές ταινίες, και ο Ρόδιος του έχει απαντήσει κι αυτός με στίχους. Όλα αυτά χρειάζονται ενδελεχή έρευνα γιατί φωτίζουν την ιστορία του νησιού στις αρχές του 20αι.
Μια άλλη κατηγορία ποιημάτων αφορά την τέχνη του. Περιγράφει την πορεία του στη ζωή ξεκινώντας από τους Ροδίους στην καταγωγή προγόνους του. Θεωρεί τον εαυτό του συνεχιστή της τέχνης της αγγειοπλαστικής και γλυπτικής των αρχαίων Ελλήνων. Έχει επίγνωση της αξίας του ως καλλιτέχνη που μετασχηματίζει το ευτελές υλικό, το χώμα, σε κομψοτεχνήματα και ζητά από τους ανθρώπους την αναγνώριση.

Τέλος τον απασχολεί η αριστεία, δηλαδή η διάθεση να διαπρέψει, να είναι ο καλύτερος υπακούοντας στη ρήση του Ομήρου «αἰέν ἀριστεύειν καί ὑπείροχον ἐμμέναι ἄλλων» δηλαδή πάντα να αριστεύεις και να είσαι από τους άλλους καλύτερος. Το παράγγελμα αυτό έγινε το θεμελιώδες ηθικό ιδανικό σε ολόκληρο τον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Η χαρακτηριστικότερη εκδήλωσή του βρίσκεται στη θεσμοθέτηση των πολυάριθμων και ποικιλώνυμων αγώνων. Το ιδεώδες αυτό έγινε αιτία για τη δημιουργία πάμπολλων έργων σε όλα τα είδη τέχνης. Απ΄ αυτό το ιδανικό εμφορείται και ο Ρόδιος. Θέλει να ξεχωρίσει για την τέχνη του, να διακριθεί, κάτι που το πέτυχε με τις διεθνείς διακρίσεις του. Θέλει επιπλέον να κατακτήσει την υστεροφημία, να τον ενθυμούνται για την τέχνη του και να τον στεφανώσουν γιʼ αυτό με δάφνη.

Στη Δάφνη

Ὅπου ριζώνεις δάφνη μου φυτρώνουν μεγαλεῖα
κι ὁ τόπος σου ὁ ἱερός κάνει γιά ἐκκλησία
τά φύλλα σου εἶναι χρυσός τά ἄνθη σου διαμάντια
Σύ στεφανώνεις ἥρωας, τούς θρόνους, τά παλάτια
Ἐγώ πού σέ ἀγάπησα ἀπʼ τά μικρά μου χρόνια
πόσες φορές τή δάφνη σου στόλισα στήν εικόνα
ἀξίωσέ με δάφνη μου μιᾶς τιμῆς μεγάλης
αὐτή τή χάρι σοῦ ζητῶ σε μέ να περιβάλλης
Πόσες φορές τή βάγια σου τή μέρα τῶν Βαϊων
τήν πῆρα ἀπʼ τήν ἐκκλησιά και την θωρῶ βραβεῖον
ἔχεις τό θεῖον χάρισμα καί ότι θέλης κάνης
ἕνα κλωνάρι δάφνης σου γιά μένα μόνο φτάνη
ἀπʼ ὅλα τά ἄλλα λούλουδα σύ μόνο ξεχωρίζης
ὡς ἀμοιβή στούς ἥρωας τή δόξα συμβολίζης
Πόσες φορές τούς κλώνους σου χωρίς να σέ ρωτήσω
τούς πῆρα καί τούς στόλισα εἰς τό δικό μου στῆθος
Δέν θέλω διαμαντόλιθους καί αὐτά ποῦ λέν πριλάντια
οὔτε χαρά ποῦ κατοικεῖ σέ πρόσκαιρα παλάτια
ἕν μόνο θέλω ἀπό σέ ὤ ἱερά μου δάφνη
τό μέτωπό μου στόλισε δόσμου τῆς δόξης τʼ ἄνθη.

Ελένη Σπηλιώτη

Φιλόλογος»

Κοινοποίηση:

Διαβάστε ακόμα: