Σάββατο

20 Ιουλίου 2024

Τα όρια στην παιδική ηλικία

Τα όρια στην παιδική ηλικία
Το βρέφος  έρχεται στον κόσμο «χωρίς όρια». Οι σχέσεις των γονέων μαζί του θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «ανορίωτες» κι αυτό γιατί σε αυτό το αναπτυξιακό στάδιο του παιδιού, τα άτομα φροντίδας του παιδιού καλούνται να ανταποκριθούν άμεσα στις ανάγκες του βρέφους, όποιες κι αν είναι, όποτε κι αν παρουσιαστούν.

Σε αυτήν την φάση οι γονείς πρέπει να διαμορφώσουν ένα ασφαλές περιβάλλον για το παιδί και να δημιουργήσουν μια σχέση εμπιστοσύνης μαζί του.

Καθώς το παιδί μεγαλώνει και αναπτύσσεται γνωστικά και ψυχοσυναισθηματικά, αρχίζει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως κάτι ξεχωριστό από το περιβάλλον του και τα πρόσωπα φροντίδας, αρχίζει να διαμορφώνεται δηλαδή το «εγώ» του. Πλέον αντιλαμβάνεται ότι και οι άλλοι άνθρωποι έχουν τα δικά τους ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και ανάγκες.

Ο ρόλος των γονιών είναι σημαντικός σε αυτή τη διαδικασία, καθώς είναι εκείνοι που καλούνται να βοηθήσουν το παιδί να προσαρμοστεί στους σταδιακούς «περιορισμούς» όσο μεγαλώνει. Μοιάζει ουσιαστικά να το βοηθούν να βγει από την θέση της «παντοδυναμίας» που έχει ως βρέφος και να αποκτήσει μια ρεαλιστική εικόνα για την θέση του στον κόσμο .

Σταδιακά λοιπόν, το παιδί είναι ικανό να αντιληφθεί ότι υπάρχουν κανόνες που διέπουν τις σχέσεις των ανθρώπων και βοηθούν την ομαλή συνύπαρξη τους. Παράλληλα, η ύπαρξη ορίων και κανόνων το βοηθά να μην νιώθει «χαμένο» σε ένα χαοτικό περιβάλλον.

Τι είναι λοιπόν τα «όρια», τα οποία όσο μεγαλώνει το παιδί καλούνται οι γονείς να θέσουν σε αυτό? Όταν μιλάμε για όρια, ουσιαστικά αναφερόμαστε σε κανόνες. Οι κανόνες αυτοί αφορούν τη συμπεριφορά του παιδιού, τι επιτρέπεται να κάνει και τι όχι, πώς να συνδιαλλέγεται με το περιβάλλον του και με τους άλλους ανθρώπους, ποιά συμπεριφορά αρμόζει σε κάθε περίσταση και πλαίσιο.

Οι κανόνες αυτοί έχουν ως βασικά τους χαρακτηριστικά τη σταθερότητα, το να είναι  λογικοί,τεκμηριωμένοι, δίκαιοι και σε αντιστοιχία με το αναπτυξιακό στάδιο του παιδιού.

Το «βάζω όρια» ως γονιός δεν είναι συνώνυμο του «είμαι αυταρχικός ή υπερβολικά αυστηρός γονιός». Στην πραγματικότητα σημαίνει ότι συμβάλλω στη δημιουργία ενός ασφαλούς και σταθερού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο μεγαλώνει ένα παιδί και παράλληλα το εφοδιάζω με δεξιότητες  που θα συμβάλλουν στην ομάλη ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη και κοινωνικοποίηση του.

Η χρησιμότητα και η σημασία των ορίων έγκειται στη  δημιουργία και διατήρηση ενός ασφαλούς οικογενειακού περιβάλλοντος για τα παιδιά. Η ύπαρξη ορίων βοηθά τα παιδιά να νιώθουν ότι ζουν σε ένα οργανωμένο πλαίσιο, το οποίο εμπιστεύονται και έχουν τη στήριξη του όσον αφορά την κάλυψη των βασικών τους αναγκών. Τα όρια μοιάζουν με ένα προστατευτικό «δίχτυ ασφαλείας».

Τα όρια συμβάλλουν επίσης στην ομαλή γνωστική και συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών. Βοηθούν τα παιδιά να ωριμάσουν, να κοινωνικοποιηθούν με λειτουργικό τρόπο, αλλά και να αποκτήσουν δεξιότητες χρήσιμες και στη μετέπειτα ζωή τους. Καθώς αντιλαμβάνονται ότι υπάρχουν κανόνες και όρια στη διαχείριση των επιθυμιών τους και στην αλληλεπίδραση με τους άλλους ανθρώπους, αποκτούν τρόπους αντιμετώπισης και διαχείρισης δυσκολιών και ματαιώσεων που είναι πιθανό να συμβούν στην πορεία της ζωής τους.

Η κατανοήση της αξίας της ενσυναίσθησης (το να κατανοούν και να αποδέχονται τα συναισθήματα των άλλων ανθρώπων), του σεβασμού και της οργάνωσης του τρόπου ζωής τους, είναι κάποια ακόμη οφέλη της οριοθέτησης στα παιδιά. Μέσω της συνδιαλλαγής με τους γονείς –στο πλαίσιο των ορίων που εκείνοι θέτουν– τα παιδιά μαθαίνουν να επικοινωνούν και να εκφράζουν με λειτουρικό τρόπο τις ανάγκες, τις επιθυμίες και τα συναισθήματα τους.

Η διαδικασίας οριοθέτησης των παιδιών παρότι εξαιρετικά σημαντική και χρήσιμη, δεν είναι πάντα εύκολη. Υπάρχουν διάφορες παράμετροι που ενίοτε δυσκολεύουν τους γονείς στο να βάλουν όρια στα παιδιά τους, δεδομένου μάλιστα ότι η οριοθέτηση αποτελεί δική τους ευθύνη.

Υπάρχει συχνά σύγχυση μεταξύ των ορίων και της αγάπης προς τα παιδιά. Κάποιοι γονείς συμβαίνει να θεωρούν ότι το να βάλουν όρια στα παιδιά (τα οποία μπορεί να περιλαμβάνουν απαγορεύσεις ή «όχι»), δεν ανταποκρίνονται στις συναισθηματικές τους ανάγκες. Σα να αποτελεί δηλαδή η οριοθέτηση ένδειξη ότι «δεν είναι καλοί γονείς» ή ότι «δεν αγαπούν τα παιδιά τους». Στην πραγματικότητας όμως, ένας «καλός γονιός» οφείλει να βάζει όρια στα παιδιά του.

Ένας γονιός ο οποίος έχει ζήσει μεγάλη καταπίεση από τους δικούς του γονείς, είναι πιθανό να δυσκολεύεται στο να βάλει όρια. Ταυτίζεται κατά κάποιο τρόπο συναισθηματικά με το παιδί κι αυτό μοιάζει να τον «βγάζει» από τον ρόλο του ως γονέα και έτσι να «εξισώνεται», να έρχεται στο ίδιο επίπεδο με αυτό. Η στάση αυτή όμως αποτελεί φρένο στη διαδικασία οριοθέτησης, γιατί η επιβολή και η τήρηση των ορίων απ’ τους γονείς προϋποθέτει την ανάληψη της ευθύνης που απαιτεί ο ρόλος τους και την αντοχή να διαχειρίζονται τις κατά καιρούς πιέσεις των παιδιών να καταλύσουν τα όρια.

Ο κύκλος ζωής της οικογένειας μπορεί να περιλαμβάνει κάποια δύσκολα γεγονότα (π.χ. ένα διαζύγιο ή μια ασθένεια). Σε μια τέτοια συνθήκη είναι συχνά δύσκολο να κρατηθούν τα όρια που έχει βάλει ο γονιός κι αυτό γιατί στην προσπάθεια να προστατέψει το παιδί από το αντίκτυπο της δύσκολης οικογενειακής συνθήκης, θεωρεί ότι δεν πρέπει να αρνείται τίποτα στο παιδί ή να συμβαδίζει με την όποια επιθυμία του, προσπαθώντας να δράσει «διορθωτικά» ή να διαχειριστεί  τα δικά του ενοχικά συναισθήματα προς το παιδί του. Έτσι  είναι πιθανό να άρει τα όρια που εκείνος έθεσε.

Η αμφιθυμία του γονέα και η μη ξεκάθαρη άποψη του για το ποιες συμπεριφορές είναι επιτρεπτές και ποιες όχι, μπορεί να καθιστά δύσκολη την οριοθέτηση, όπως επίσης και το να μην είναι ξεκάθαρο στον ίδιο, αν τα όρια που βάζει είναι προς όφελος του παιδιού ή αν σχετίζονται περισσότερο με τις δικές του ανάγκες και αντοχές.

Η μη σωστή επικοινωνία μεταξύ των γονέων και η ασυμφωνία σχετικά με το τι πρέπει να κάνει ένα παιδί και τι όχι, είναι επίσης μια παράμετρος που καθιστά δύσκολη την επιβολή ορίων.

Πώς μπορούν λοιπόν οι γονείς να βάλουν όρια με αποτελεσματικό τρόπο;

Καταρχήν, τα όρια σχετίζονται και πρέπει να είναι σύφωνα με την ηλικία, την ωριμότητα και το αναπτυξιακό στάδιο του παιδιού. Με τον τρόπο αυτό, γίνονται καλύτερα αντιληπτά και εφαρμόσιμα από το παιδί.

Η καλή σχέση γονέα – παιδιού, με βασικό συστατικό τη μεταξύ τους σωστή επικοινωνία, αποτελεί βασική προϋπόθεση για την επιβολή και τη διατήρηση των ορίων.

Ο τρόπος που οι γονείς βάζουν όρια στα παιδιά τους είναι επίσης καταλυτικής σημασίας. Οι γονείς είναι χρήσιμο να είναι διαθέσιμοι να συνδιαλλαγούν με το παιδί τους, να το ακούσουν και να μπορούν να κατανοήσουν τις δικές του ανάγκες και παράλληλα να είναι σταθεροί και συνεπείς στην τήρηση των ορίων που θέτουν, εξηγώντας στο παιδί τον λόγο ύπαρξης τους. Εννοείται, τα λεκτικά μηνύματα που αφορούν τα όρια πρέπει να είναι σε συμφωνία με τα μη λεκτικά μηνύματα του γονέα προς το παιδί.

Τέλος, η κοινή στάση των γονέων όσον αφορά τα όρια είναι προφανές ότι παίζει εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στην τήρηση τους από το παιδί.

Η διαδικασία επιβολής ορίων και τήρησης τους, δεν είναι απαραίτητα μια εύκολη διαδικασία για τους γονείς. Παρόλαυτα, εκείνοι ως ώριμοι ενήλικες είναι επιφορτισμένοι με αυτό και είναι χρήσιμο να είναι όσο πιο σταθεροί γίνεται στον ρόλο τους, έχοντας πάντα κατά νου ότι τα όρια είναι στην πραγματικότητα ωφέλιμα και χρήσιμα για το παιδί.

Κοινοποίηση:

Ψυχολόγος

Msc Κοινωνικής-Κλινικής Ψυχολογίας Εξαρτήσεων και Ψυχοκοινωνικών προβλημάτων

Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια

Είμαι απόφοιτη του Τμήματος Ψυχολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, όπου και συνέχισα τις μεταπτυχιακές μου σπουδές στην Κοινωνική Κλινική Ψυχολογία των Εξαρτήσεων και των Ψυχοκοινωνικών προβλημάτων. Παραλληλα, εκπαιδεύτηκα για 4 χρόνια στη Συστημική/Οικογενειακή Ψυχοθεραπεία στο Κέντρο Οικογενειακής Θεραπείας Θεσσαλονίκης.

Στο πλαίσιο της συνεχούς εκπαίδευσης και επιμόρφωσης, έχω παρακολουθήσει σεμινάρια εξ' αποστασεως του Πανεπιστημίου Αιγαίου με γνωστικό αντικείμενο την Θεραπεία μέσω Τέχνης, διάρκειας ενός έτους καθώς και του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών με θέμα την Ανακουφιστική Φροντίδα, διάρκειας τριών μηνών.

Επιπλέον, έχω παρακολουθήσει επιμορφωτικά σεμινάρια και ημερίδες φορέων όπως η Συστημική Εταιρεία Β. Ελλάδας, η Ελληνική Ψυχαναλυτική Εταιρεία, η Εταιρεία Νόσου Alzheimer κ.α.

Στο πλαίσιο της επαγγελματικής μου πορείας, έχω εργαστεί στο Πρόγραμμα «Βοήθεια στο Σπίτι» ως ψυχολόγος και επιστημονικα υπεύθυνη του Προγράμματος, σε Ειδικό Δημοτικό σχολείο για παιδιά με Αναπτυξιακές Διαταραχές (ΔΑΔ Βόλου), στην Κοινωνική Υπηρεσία του Δήμου Σκοπέλου και του Δήμου Καλαμαριάς ως ψυχολόγος, στο Κέντρο Κοινότητας Σκοπέλου και στο σύλλογο υποστήριξης χρόνιων ασθενών και των οικογενειών τους «ΦΑΡΟΣ ΣΚΟΠΕΛΟΥ», ως ψυχολόγος και συντονίστρια του συλλόγου.

Άρθρα μου έχουν δημοσιευθεί στις επιστημονικές ιστοσελίδες psychology.gr και psychologynow.gr, καθώς και σε ειδησεογραφικά blogs και sites. Επιπλέον, έχω πραγματοποιήσει ένα ψυχοεκπαιδευτικο σεμινάριο δια ζώσης και διαδικτυακά για φροντιστές ατόμων με ανοια και μια σειρά ενημερωτικών ομιλιών με διάφορες θεματικές, τόσο για το ευρύ κοινό, όσο και σε σχολικά πλαίσια για εκπαιδευτικούς, γονείς και μαθητές.

Από το Νοέμβριο του 2021 εργάζομαι ως ψυχολόγος ιδιωτικά στο γραφείο που διατηρώ στην Χώρα της Σκοπέλου και η παροχή υπηρεσιών αφορά συνεδρίες συμβουλευτικής και ψυχοθεραπείας σε άτομα, ζευγάρια και οικογένειες.

Οι συνεδριες πραγματοποιούνται κατόπιν τηλεφωνικου ραντεβού, δια ζώσης και διαδικτυακά.

Διαβάστε ακόμα: