Ανατρέχοντας στη διαδρομή του καταλύματος, η γέννησή του αποτελεί, επί της ουσίας, τον καρπό της οικονομικής μετανάστευσης της οικογένειας του Χαράλαμπου Στιβαχτή στο Σικάγο των ΗΠΑ κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα.
Ως αρχικός ιδιοκτήτης και δημιουργός του πρώτου τμήματος του κτιρίου, ο διορατικός Σκοπελίτης, ανάμεσα στην Αμερική και τη Σκόπελο, διέβλεψε την τουριστική αξία της περιοχής,όντας τότε εκτός οικισμού και επένδυσε σε ένα καινοτόμο, για τα ντόπια δεδομένα, επαγγελματικό εγχείρημα.
Βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1950. Το νησί βασίζεται στην αγροτοκτηνοτροφική οικονομία. Τίποτα δεν προμηνύει τη μετέπειτα τουριστική ανάπτυξη. Ο Χαράλαμπος δημιουργεί τον ξενώνα, ο οποίος, στην αρχική του μορφή, περιοριζόταν παραπλεύρως του σημερινού κτηρίου. Λίγα δωμάτια, που όμως για την εποχή ήταν αρκετά, με κοινόχρηστες τουαλέτες, στα πρότυπα των μικρών πανσιόν της εποχής.

Η αρχιτεκτονική αλλά και ο χαρακτήρας του καταλύματος θα αλλάξουν σταδιακά μαζί με τον επόμενο ιδιοκτήτη, γιο του Χαράλαμπου, Ιωάννη (John) Στιβαχτή, και τη σύζυγό του, Κυρατσώ (Κυρατσούλα Ταλαδιανού), μετά τον θάνατο του πρώτου.

Το ζευγάρι αναλαμβάνει τα ηνία του ξενώνα, καθώς επιστρέφει μόνιμα από το Σικάγο στο νησί.
Υπό την κατοχή τους, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ο ξενώνας επεκτείνεται προς την παραλία. Τότε οικοδομείται ουσιαστικά, πέρα από το υπόγειο, ο πρώτος όροφος της πρόσοψης του σημερινού ξενώνα, ο οποίος λειτουργούσε επί χρόνια ως κατάστημα εστίασης, αποτελώντας έναν δεύτερο τουριστικό πόλο.

Μετά τους μεγάλους σεισμούς που έπληξαν το νησί το 1965, ο ξενώνας, για αξιοσημείωτο χρονικό διάστημα, γίνεται κατοικία για συγγενείς του ζευγαριού.
Άξιο λόγου είναι επίσης το γεγονός ότι ο ξενώνας αποτέλεσε, έμμεσα, μέρος της πολιτικής ιστορίας του νησιού, καθώς γνωρίζουμε από μαρτυρίες ντόπιων πως τουλάχιστον ένας πολιτικός εξόριστος διέμεινε σε αυτόν, ο Γεώργιος Μαύρος, κατά τη διάρκεια της λεγόμενης Χούντας των Συνταγματαρχών.

Ακολούθως, κατά τη δεκαετία του 1970, ολοκληρώνεται η πρόσοψη του σημερινού ξενώνα με το κτίσιμο των σημερινών δωματίων του πρώτου ορόφου. Η αρχιτεκτονική διατηρείται λιτή και λειτουργική, με δωμάτια που πλέον περιλαμβάνουν τουαλέτα και οργανώνονται γύρω από μια κεντρική αυλή.
Στην αρχή κάθε καλοκαιριού, συγγενείς βοηθούν το ζευγάρι στην ομαλή έναρξη της σεζόν. Ο John, όπως τον αποκαλούν οι ντόπιοι, αναλαμβάνει τις πρακτικές εργασίες του ξενώνα. Η δε Κυρατσούλα, αν και «άμαθη» τουριστικά, με έμφυτο, ωστόσο, επικοινωνιακό χάρισμα και τα αγγλικά που έμαθε στην ξενιτιά, αναδεικνύεται σε εξαιρετική οικοδέσποινα, αφιερώνοντας όλη της τη δυναμική στα δωμάτια. Οι πελάτες αποκτούν προσωπική σχέση με τους ιδιοκτήτες, με αρκετούς από αυτούς να επιστρέφουν κάθε έτος, ενώ ορισμένοι διαμένουν ακόμη και για μήνες.
Τα χρόνια προχωρούν και τα δεδομένα στο νησί αλλάζουν, με τα τουριστικά καταλύματα να πληθαίνουν.
Η «πρέσβειρα του τουρισμού», όπως την αποκαλεί χαρακτηριστικά ο γείτονας Νίκος Ρόδιος και έχοντας μεσολαβήσει ο θάνατος του συζύγου της, αποφασίζει να κλείσει τον ξενώνα τη δεκαετία του 2000. Τα πάλαι ποτέ σφύζοντα από ζωή δωμάτια ερημώνουν.
Το 2021, το μισό από το συνολικό κτήριο περνά στα χέρια του ανιψιού τους, Δημήτρη Μαρλίτση, κατόπιν επιθυμίας τους.
Τα πρώην ανώνυμα δωμάτια, το «ξενοδοχείο», όπως ονομαζόταν συμβατικά, αποκτούν, μετά από 70 χρόνια, όνομα· «Uncle John» (Θείος Γιάννης). Ένα όνομα που ίσως να ηχεί παράξενα σε κάποιον που δεν γνωρίζει τα γεγονότα της πορείας του.
Τα «δωμάτια Uncle John» σήμερα

Ο Ξενώνας του Θείου John (Uncle John’s Guesthouse) απέχει λίγα βήματα από την παραλία της Χώρας της Σκοπέλου και προσφέρει θέα προς τον οικισμό, το λιμάνι, την θάλασσα και το βουνό. Βρίσκεται μπροστά στη θάλασσα.

Διαθέτει μοντέρνα, ευάερα και φωτεινά δωμάτια με θέα προς το Αιγαίο Πέλαγος.
Ο ξενώνας του θείου John βρίσκεται σε ιδανική τοποθεσία στην χώρα της Σκοπέλου, ακριβώς πάνω στο παραλιακό μέτωπο, μπροστά στην οργανωμένη πλαζ Άμμος, ένα εξαιρετικό σημείο για να ξεκινήσετε τις βόλτες σας.
