Στο παλιό δημοτικό καφενείο, «εντευκτήριο» το λέμε τώρα, εκεί που ο τοίχος θυμάται πιο πολλά απ’ τους ανθρώπους, μαζεύονται κάθε βράδυ τέσσερις θαμώνες. Όλοι μαζί συμπληρώνουν τρεις αιώνες ζωής!
Το στρογγυλό τραπέζι στη γωνία είναι δικό τους. Όταν πέφτει η νύχτα, βγαίνει η τράπουλα. Μπουρλότο. Όπως παλιά.
«Πρώτο πάσο… δεύτερο πάσο… αγοράζω κούπες».
Ο πρώην κι ο τέως παίζουν πάντα ζευγάρι. Δεν μιλάνε, συνεννοούνται. Απέναντί τους ο «καθηγητής», που επεμβαίνει όταν χρειαστεί και απέναντί του, συμπαίκτης του, ο αειθαλής, υπομονετικός και συγκαταβατικός, που ό,τι κι αν γίνει θα πει «δεν πειράζει».
«Έχω ατού».
«Έχω λιμά».
«Μια τρίτη του άσου…»
«Ανακάτεψε καλά… κόψε… όχι έτσι».
«Τα εμβόλια φταίνε που ξεχνάτε τα φύλλα που πέρασαν…»!
Οι μπάζες πάνε κι έρχονται, η γκρίνια μένει.
«Δεν έχω τρίτη τώρα, στο προηγούμενο είχα…»
«Πάσο».
«Βρε στήσιμο που έχει το φύλλο!»
«Βρε το ξεφτιλισμένο!»
Κάποιος σηκώνεται μισός.
«Δύο άσσους είχα… τρεις ασέοι… ούτε μια μπάζα!»
Κάποιες φορές η απόφαση πέφτει βαριά:
«Δεν ξαναπαίζω μαζί σου!»
«Άντε καληνύχτα!»
Την άλλη βραδιά, ίδια ώρα, ίδιο τραπέζι. Γέλια, πειράγματα, ξανά μοίρασμα.
Γιατί στο δημοτικό καφενείο δεν παίζουν για να κερδίσουν.
Παίζουν για να περνά η ώρα.
Κι όσο υπάρχουν τέσσερις άνθρωποι που τα χρόνια τους συμπληρώνουν τρεις αιώνες ζωής, το μπουρλότο θα αρχίζει πάντα… από πρώτο πάσο!
