Με λόγο καθαρό και εικόνες αιχμηρές, το ποίημα αντιπαραβάλλει το όραμα ενός κόσμου κοινόχρηστου και παιδικού απέναντι στις φτηνές καρικατούρες της εξουσίας και της απληστίας.
Ας το διαβάσουμε σαν ευχή. Ας το κρατήσουμε σαν υπόσχεση…
Θα ‘θελα…
Θα ’θελα όλη τη ζωή μου να την πέρναγα
με τη φτωχιά την Ανθρωπιά σ’ ένα καλύβι.
Καινούριο κόσμο για να κάνω ζωγραφίζοντας
με της αγάπης τ’ ανεξίτηλο μολύβι.
Του Παραδείσου το αγιόκλημα να φύτευα
στης μοναξιάς την καλαμιά μέσα στα στήθια
για να μεθάει τον αέρα με αρώματα
να πολεμάει τους καιρούς χωρίς βοήθεια.
Να ’χα του σκίνου τη σκιά στην πόρτα φύλακα
για να κουρνιάζουν της χαράς οι μινιατούρες
να μην περνούν απ’ τα κλαδιά του και να σκίζονται
της Εξουσίας οι φτηνές καρικατούρες.
Σ’ όλου του κόσμου τα παιδιά από κει να χάριζα
τη γη ολόκληρη να παίζουνε σαν τόπι
διαμάντια μάτια και χρυσάφι γέλιο ολόφρεσκο
νά ’ν το κεφάλαιο της ζωής μου και οι τόκοι.
Θα ’θελα όλη τη ζωή μου να την πέρναγα
με τη φτωχιά την Ανθρωπιά συνοδοιπόρο.
θετές μητέρες την Ειρήνη να νταντεύαμε
και να τη στέλναμε γερή στον κόσμο όλο.
Θα ‘θελα…
